λυμένοι κάβοι: παραμύθι...παραμύθι: Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα κοριτσάκι που το έλεγαν Κιτρινοσκουφίτσα. - Όχι, Κοκκινοσκουφίτσα! - Α, ναι, Κοκκινοσκου...
Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013
Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012
η γάτα και το ποντίκι
Χριστούγεννα πλησιάζουν, έξω κρύο, μέσα αναμμένη η φωτιά
(για πετρέλαιο δεν το συζητάμε), κλειστή η τηλεόραση (σκουπίδια και προπαγάνδα,
δεν το συζητάμε): ας πούμε λοιπόν μια ιστορία, ας πούμε ... παραμύθι! Μπορεί να μας
θυμίσει κάτι από το χτες και ... το σήμερα (για αύριο ή μάλλον μεθαύριο δε σας
τάζω! :-) :-)
ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ
ΚΑΙΡΟ ήτανε μια γάτα, που έπιασε φιλίες μ’ έναν ποντικό. Και του 'δωσε τόσες υποσχέσεις και του
'ταξε τόσα ωραία πράγματα, που με τα πολλά ο ποντικός συμφώνησε και δέχτηκε να ζήσουνε μαζί στο
ίδιο σπίτι, μοιράζοντας σαν καλοί φίλοι τα υπάρχοντα τους.
- Αλλά θα πρέπει να φροντίσουμε για το
χειμώνα, ειδάλλως θα πεινάσουμε, είπε η γάτα. «Εσύ, ποντικέ, να προσέχεις πού
πατάς και να μη χώνεσαι όπου βρεις, γιατί στο τέλος θα πιαστείς σε καμιά φάκα
και θα σε χάσω ».
Η ιδέα της γάτας
ήταν καλή και πράγματι αγόρασαν ένα βαρελάκι βούτυρο, να το 'χουν για το
χειμώνα. Μόνο που δεν ήξεραν πού να το κρύψουν, για να μην τους το κλέψει
κανείς. Αφού έσπασαν τα κεφάλια τους, η γάτα μίλησε και είπε :
- Δεν
μπορώ να βρω καλύτερη κρυψώνα απ’ την εκκλησία. Εκεί δεν τολμάει κανείς ν’
απλώσει το χέρι του και να κλέψει το παραμικρό. Πάμε να τ’ αφήσουμε κάτω από την
Αγία Τράπεζα. Και δεν θα τ’ ανοίξουμε παρά μόνον όταν θα το χρειαστούμε.
Έκρυψαν λοιπόν κι
ασφάλισαν το βούτυρο για το χειμώνα. Αλλά πριν περάσει πολύς καιρός, τη γάτα
την έπιασε λιγούρα για τη νόστιμη λιχουδιά. Και λέει στον ποντικό:
- Ποντικέ, η
ξαδέρφη μου γέννησε κι έφερε στον κόσμο ένα γατάκι καστανόξανθο. Σήμερα θα
γίνει
η βάφτιση κι εγώ
θα είμαι νονά. Άσε με να πάω και φρόντισε μόνος σου το σπιτικό μας.
- Εντάξει, εντάξει, αποκρίθηκε το ποντίκι. «Πήγαινε
στο καλό του Θεού. Κι αν σας τρατάρουν τίποτα καλό, μη με ξεχάσεις. Μ' αρέσουν
και μένα τα κουφέτα».
Αλλά ήταν όλα
ψέματα. Η γάτα ούτε ξαδέρφη είχε, ούτε ανιψάκι είχε αποκτήσει. Παρά μια και δυο
τραβάει για την εκκλησία, τρυπώνει κάτω απ' την Αγία Τράπεζα κι ανοίγει
το βαρελάκι με το βούτυρο. Αφού έφαγε το πάνω πάνω, το καϊμάκι, έκανε μια βόλτα
πάνω απ’ τις στέγες των κοντινών σπιτιών, λιάστηκε καλά καλά, σκούπισε τα μουστάκια
της και ξερογλειφότανε κάθε που θυμότανε το βούτυρο. Κατά το βραδάκι γύρισε
σπίτι.
-Επιτέλους ήρθες!
την υποδέχτηκε ο ποντικός. Τα πέρασες ωραία;
- Καλά ήτανε!
- Και πώς το βγάλατε το γατάκι; ρώτησε ο ποντικός.
- Α!
«Παειτοκαϊμάκι », απάντησε ξερά η γάτα.
- Μην το ψάχνεις, τον έκοψε η γάτα. Δεν είναι δα χειρότερο απ’ το όνομα που έδωσες
εσύ στο βαφτιστήρι σου: «Ψιχουλοφάης» . . .
Δεν πέρασε πολύς
καιρός και τη γάτα πάλι την έπιασε λιγούρα για το βούτυρο. Γυρνάει λοιπόν και
λέει στον ποντικό :
- Θα μου κάνεις τη χάρη και θα φροντίσεις σήμερα
μόνος σου το σπιτικό μας; Γιατί θα γίνω
και πάλι νονά. Το καινούργιο γατάκι είναι μαύρο με μια άσπρη γραμμούλα γύρω απ'
το λαιμό. Δεν μπορώ να πω όχι .
Ο καλός ο ποντικός
συμφώνησε. Η γάτα όμως χώθηκε στα στενά και κρυφά έφτασε μέχρι την εκκλησία.
Εκεί άνοιξε πάλι το βαρελάκι και κατέβασε το βούτυρο ως τη μέση. «Τίποτα δεν
είναι πιο νόστιμο», σκέφτηκε, «απ' αυτό που τρως εσύ ο ίδιος». Κι έμεινε πολύ
ευχαριστημένη από την εκδρομή της.
Όταν γύρισε σπίτι, ο ποντικός τη ρώτησε :
- Πώς το βάφτισες
αυτό το γατάκι;
- « Παειτομισό
», απάντησε η γάτα.
- « Παειτομισό»! Τι
λες; Σ όλη μου τη ζωή δεν έχω ξανακούσει τέτοιο όνομα. Βάζω στοίχημα ότι στο
ημερολόγιο δεν έχει μέρα να γιορτάζει!
Δεν πέρασε πολύς
καιρός και της γάτας της τρέξανε πάλι τα σάλια για το βούτυρο.
- Ό λ α τα καλά πράγματα τριτώνουν, είπε στον
ποντικό. Με κάλεσαν πάλι νονά σε μια
βάφτιση. Το γατάκι αυτή τη φορά είναι κατάμαυρο, μόνο που έχει άσπρα ποδαράκια.
Ούτε μια άσπρη τρίχα σ' όλο του το κορμάκι. Αυτό είναι πολύ σπάνιο, μια φορά
στα δέκα χρόνια συμβαίνει. Θα μ' αφήσεις να πάω ;
- «Παειτοκαϊμάκι», «Παειτομισό»! Αυτά τα
παράξενα ονόματα μ’ έχουν βάλει σε σκέψεις, έκανε φανερά σκεφτικός ο ποντικός.
- Είναι επειδή κάθεσαι κλεισμένος όλη μέρα εδώ
μέσα με την γκρίζα σου τη ρόμπα και με την ουρίτσα σου τυλιγμένη στην
πολυθρόνα. Αυτά παθαίνει όποιος δεν βγαίνει έξω.
Ο ποντικός έμεινε λοιπόν σπίτι και
καθάρισε και σκούπισε και συγύρισε. Η λιχούδα γάτα όμως έβαλε κάτω το βαρελάκι
και το τέλειωσε το βούτυρο. «Δεν ησυχάζεις παρά μονάχα όταν τον φας όλον το
μεζέ», μονολόγησε.
Χορτάτη και
καλοφαγωμένη γύρισε σπίτι αργά το βράδυ. Ο ποντικός ρώτησε αμέσως να μάθει τι
όνομα είχανε δώσει στο τρίτο γατάκι.
- Μπα,
ούτε αυτό θα σου αρέσει, του αποκρίθηκε η γάτα. Το βγάλαμε «Παειόλο».
- «Παειόλο!», φώναξε ο ποντικός. Αυτό είναι το πιο παράξενο απ όλα. Δεν το 'χω
συναντήσει πουθενά γραμμένο. Τι στην ευχή σημαίνει; και κουνώντας το κεφάλι του κουλουριάστηκε στη
γωνιά του να κοιμηθεί. Από τότε κι ύστερα κανείς δεν ξανακάλεσε τη γάτα να
βαφτίσει.
Όταν όμως χειμώνιασε κι έξω δεν έβρισκαν πια
τίποτα να φάνε, ο ποντικός θυμήθηκε το βούτυρο
και είπε :
- Έλα γάτα, πάμε στην εκκλησία να πάρουμε το
βούτυρο, που είχαμε φυλάξει για το χειμώνα.
Θα είναι ό,τι
πρέπει .
- Μάλιστα, αποκρίθηκε η γάτα. Για σένα προπαντός
θα είναι ό,τι πρέπει. Και δεν θα σου πέσει βαρύ στο στομάχι. Είναι ελαφρύ, σαν
να τρως αέρα κοπανιστό.
Μια και δυο,
ξεκινάνε για την εκκλησία. Κι όταν έφτασαν, βρήκαν το βαρελάκι στη θέση του.
Αλλά ήταν άδειο.
- Τώρα καταλαβαίνω,
είπε ο ποντικός. Ωραία φίλη είσαι! Αντί
να βαφτίζεις γατάκια, ερχόσουνα εδώ και έτρωγες το βούτυρο.
Πρώτα πρώτα «Παειτοκαϊμάκι»,
μετά «Παειτομισό», κι ύστερα . . .
-
Σταμάτα! τον έκοψε η γάτα. Άλλη μια λέξη και θα σε φάω κι εσένα!
- . . . Παειόλο!», ξεστόμισε ο καημένος ο
ποντικός. Και πριν προλάβει ν' αποσώσει το λόγο του, τον αρπάζει η γάτα και τον
κάνει μια χαψιά. Τι να κάνουμε; Έτσι είναι ο κόσμος. 1
ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ!!!
Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012
τα ζώα που έπαθαν πανώλη
Κακό μεγάλο βρήκε κάποτε τα ζώα
κι απλώθηκε παντού! Πολλά πέθαναν κι όλα χτυπήθηκαν από μια τρομερή αρρώστια,
την πανούκλα. Τότε το λιοντάρι συγκάλεσε συμβούλιο και πρότεινε να
εξομολογηθούν όλα τις αμαρτίες τους και όποιο κριθεί πιο ένοχο να θυσιαστεί
ώστε να εξευμενιστεί η οργή τ’ ουρανού, που έστειλε την αρρώστια.
Πρώτο το ίδιο το λιοντάρι
ομολόγησε πως, για να ικανοποιήσει τις λαίμαργες ορέξεις του, είχε
καταβροχθίσει πολλά πρόβατα. Έφτασε μάλιστα μερικές φορές να φάει και το βοσκό.
Η αντίδραση στα λόγια του βασιλιά ήταν οι κολακείες της αλεπούς προς το πρόσωπό
του μέσα σε χειροκροτήματα.
Ακολούθησαν η τίγρης, η αρκούδα
κι άλλα ισχυρά ζώα που ομολόγησαν σοβαρά αδικήματα, όλα ωστόσο είχαν την ίδια
αντιμετώπιση με του λιονταριού, μέχρι που έφτασε και η σειρά του γαϊδάρου, ο
οποίος ομολόγησε πως κάποτε, εξαιτίας της μεγάλης του πείνας, μπήκε στον
πειρασμό κι έφαγε λίγο τρυφερό χορτάρι από το λιβάδι που ανήκε σε ένα
μοναστήρι. Αμέσως όλα τα ζώα αποδοκίμασαν τον κακόμοιρο το γάιδαρο που διέπραξε
τέτοιο «αποτρόπαιο έγκλημα». Ο μαδημένος και ψωριάρης γάιδαρος κατηγορήθηκε ως
υπεύθυνος για τη συμφορά που βρήκε τα ζώα κι αποφασίστηκε να θυσιαστεί.
"Η δύναμη του καθενός είναι πάντα το ζύγι
ένοχο βγάζει το φτωχό τον ισχυρό αθωώνει"
Jean de La
Fontaine,1621-1695
Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2012
Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012
Παρασκευή 31 Αυγούστου 2012
Δευτέρα 20 Αυγούστου 2012
περί ευτυχίας
"Ω, να 'στε σίγουροι πως ο Κολόμβος ήταν ευτυχισμένος όχι τότε που ανακάλυψε την Αμερική μα όταν πήγαινε να την ανακαλύψει, να 'στε σίγουροι πως το ψηλότερο σημείο της ευτυχίας του ήταν ίσως τρεις μέρες ακριβώς πριν από την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου, όταν το επαναστατημένο πλήρωμα, μέσα στην απελπισία του, παραλίγο να γύριζε το καράβι πίσω στην Ευρώπη! Δεν πρόκειται για το Νέο Κόσμο- δεν πα' να χαθεί! Ο Κολόμβος πέθανε χωρίς σχεδόν να τον δει και, ουσιαστικά, χωρίς να ξέρει τι ανακάλυψε. Το σπουδαίο είναι η ζωή, μόνη η ζωή, η συνεχής ανακάλυψη αυτής της ζωής, της αδιάκοπης και αιώνιας, κι όχι απλώς μια ανακάλυψη!" ******
Κυριακή 29 Ιουλίου 2012
σκορπιός και βάτραχος
Η σχέση ανάμεσα στο γερο- Διαμαντή και στο Φτερό ήταν ιδιαίτερη. Πίσω από τις συνεχείς κόντρες τους, που τις δικαιολογούσε απόλυτα το χάσμα των γενεών, κρυβόταν μια αληθινή εξάρτηση. Ο γερο- Διαμαντής,μαθηματικός που τα παράτησε γιατί όπως χαρακτηριστικά έλεγε "το εκπαιδευτικό σύστημα είναι έτσι δομημένο ώστε να παράγει φυτά κι όχι σκεπτόμενους πολίτες με κριτική στάση", χήρος, με δυο κόρες με τις οποίες έχει διακόψει εδώ και χρόνια τις σχέσεις λόγω κληρονομικών, έβλεπε ίσως στον πιτσιρικά το εγγόνι που του είχαν στερήσει. Του άρεσε και καμάρωνε αυτό το ατίθασο κι ανυπότακτο παιδί, γεμάτο ενέργεια και δίψα για τη ζωή, βγαλμένο λες από μυθιστόρημα του Τουαίην.
Αλλά κι ο Σπύρος, το Φτερό, ένα δεκαπεντάχρονο ψηλό αγόρι, από φτωχή οικογένεια με πατέρα άνεργο και αλκοολικό και μητέρα που έκανε μεροκάματα σαν καθαρίστρια όπου κι όποτε έβρισκε, τρελαινόταν να τσιγκλάει και να προκαλεί το γέροντα. Όσο κι αν έδειχνε πως τον ενοχλούν οι ιστορίες και οι παρατηρήσεις του, κατα βάθος του άρεσαν, τις άκουγε, τον άκουγε και τον υπολόγιζε. Ίσως και να έβλεπε στο πρόσωπό του το νηφάλιο πατέρα ή το σεβάσμιο παππού, ένα λιμάνι γνώσης και σοφίας στο οποίο επέστρεφε συχνά από τις ατέλειωτες περιπλανήσεις του στους δρόμους της πόλης. Ό,τι σημαντικό, παράξενο ή συνταρακτικό συνέβαινε εκεί πέρα, στον πρώτο που το έλεγε ήταν ο γερο-Διαμαντής.
- Αλλάζουν τα πράματα,γέρο! του φώναξε καθώς ανέβαινε στη "Σκιά".
- Ένα γερό χέρι ξύλο θα φας, αν με ξαναπείς έτσι.
- Δε σ' ενοχλεί αυτό, αλλά που αλλάζουν τα πράματα. Το Φτερό πήδηξε γελώντας στο κατάστρωμα και κατευθύνθηκε προς το γερο- Διαμαντή που καθόταν όπως πάντα στην πλώρη. "Πάνε τα παλιά κόμματα, έρχεται νέο αίμα που θα αλλάξει τα πράματα. Αυτό συζητάνε όλοι στην πόλη." Ήταν η περίοδος λίγο πριν γίνουν εκλογές στη χώρα.
Ο γερο- Διαμαντής δεν απάντησε. Τράβηξε το καλάμι κι έπιασε το αγκίστρι.
- Δε θα το σχολιάσεις;
- Ο τρόπος μου σε εκνευρίζει, απάντησε ο γέρος δολώντας το αγκίστρι του.
Το Φτερό χτύπησε με το χέρι το κούτελό του μου μουρμουρίζοντας: "ωχ πάλι ιστορία!"
Ο γέρος τίναξε το καλάμι ρίχνοντας το δολωμένο αγκίστρι στο νερό, ενώ παρέμεινε σιωπηλός.
-Καλά, άντε, λέγε να τελειώνουμε, έκανε με δυσφορία το Φτερό κοιτάζοντας αφηρημένα προς τα κει που έπεσε το αγκίστρι.
Ο γερο- Διαμαντής δίχως να στρέψει το κεφάλι προς το μέρος του άρχισε:
Το λοιπόν, κάποτε ένας σκορπιός στεκόταν στην όχθη του ποταμού σκεφτικός γυρεύοντας έναν τρόπο να περάσει στην απέναντι όχθη μιας και δεν ήξερε κολύμπι. Δεν πέρασε ώρα πολλή και φάνηκε ένας βάτραχος. Αμέσως ο σκορπιός τον φώναξε και τον παρακάλεσε:
- Βάτραχε, μπορείς να με περάσεις απέναντι επειδή εγώ δεν ξέρω να κολυμπώ;
Ο βάτραχος στην αρχή ξαφνιάστηκε μα γρήγορα συνήλθε:
- Σκορπιέ, αυτό δε γίνεται, γιατί εσύ μόλις σε βάλω στην πλάτη μου θα με τσιμπήσεις.
- Μα όχι! έκανε ζωηρά ο σκορπιός, μα όχι! αν σε τσιμπήσω θα πεθάνεις και τότε θα πνιγούμε κι οι δυο!
Ο βάτραχος πείστηκε, πήρε το σκορπιό στην πλάτη του και άρχισε να διασχίζει τον ποταμό.
Δεν πέρασε ωστόσο ώρα πολλή κι ο σκορπιός ξαφνικά τσιμπάει το βάτραχο. Εκείνος γεμάτος απορία, τη στιγμή που βουλιάζανε, στρέφεται και του λέει:
- Μα γιατί, αφού θα πνιγείς κι εσύ!
- Το ξέρω, αλλά είναι στη φύση μου! απάντησε ξερά ο σκορπιός.*****
Ο γερο-Διαμαντής γύρισε και κοίταξε το Φτερό:
-Λοιπόν; πώς σου φάνηκε;
- Μια απ' τα ίδια σα να λέμε ε;
- Είναι τρελό!!! Τα παλιά κόμματα, που λες κι εσύ, θέλουν να μας παράσχουν εξασφαλισμένο μέλλον αν και τα ίδια οδήγησαν τη χώρα στην καταστροφή. Τα νέα κόμματα που θέλουν να μας σώσουν από την καταστροφή στηρίζονται σε φρασεολογία που χαϊδεύει αυτούς που θρέψανε τόσα χρόνια τα παλιά κόμματα και τους απελπισμένους. Τα νούμερα αλλάζουνε, οι συσχετισμοί των κομμάτων τους, η διαχείριση της εξουσίας δηλαδή το μεγάλο φαγοπότι, αυτά τους καίνε, είναι στο DNA τους κι όχι η σύνθεση ενός νέου αξιακού κώδικα, η δημιουργία μιας νέας πολιτικής συνείδησης. Αν ήταν να πέσουν, ας έπεφταν όχι μόνο τα παλιά κόμματα μα να κατέρρεε όλο το σύστημα που τα εξέθρεψε κι από τα συντρίμμια του θα ξεπηδούσαν οι υγιείς δυνάμεις.
Το Φτερό κοίταζε αποσβολωμένο το γερο- Διαμαντή. Στο τέλος χαμογέλασε:
-Πρώτη φορά σε βλέπω, γέρο, να τσαντίζεσαι...
- Γέρο να πεις ... έκανε να σηκωθεί ο γερο - Διαμαντής όμως το Φτερό βρισκόταν κιόλας στο κεντρικό κατάρτι.
-Εγώ την κάνω παππούλη...
-Πού πας, ακόμα δεν ήρθες. Όλη την ώρα πας κι έρχεσαι, δεν κάθεσαι και λίγο σε μια μεριά...
- Τι να κάνω, γέρο, είναι στη φύση μου! φώναξε γελώντας το Φτερό την ώρα που κατέβαινε από τη "Σκιά".
Ο γερο-Διαμαντής έβγαλε από την τσέπη την πίπα του, τη δάγκωσε κι ένα πλατύ χαμόγελο φώτισε το ρυτιδιασμένο του πρόσωπο καθώς έβλεπε το Φτερό να απομακρύνεται.
Σάββατο 23 Ιουνίου 2012
Η Γλαύκη, το μαραμπού, είπε:
Κρεμασμένοι
πάνω στην πρύμνη είχαμε τεντωμένα τ’ αυτιά και καρφωμένα τα βλέμματα στη Γλαύκη
που χόρευε ξιπόλητη στην κουβέρτα του πλοίου ανασηκώνοντας με τ’ ακροδάχτυλα το
μακρύ λευκό της φόρεμα κάθε φορά που ετοιμαζόταν να κάνει μια πιρουέτα ή να
στριφογυρίσει γύρω απ’ το μεσιανό κατάρτι. Συχνά διέκοπτε τα λόγια της
ξεσπώντας σε γέλια και φτάνοντας ως το ακρόπρωρο επέστρεφε συνεχίζοντας την
αφήγησή της. Με λυμένα τα μακριά μαλλιά της ν’ ανεμίζουνε και τη λεπτή σιλουέτα
της να διαγράφεται κάτω απ’ το φως του φεγγαριού έμοιαζε με ξωτικό της νύχτας:
«Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια οικογένεια βοσκών. Είχαν όλα τα πρόβατα τους μαζί σ’ ένα μαντρί. Τα τάιζαν, τα φρόντιζαν και τα βοσκούσαν.
Κάπου κάπου τα πρόβατα
προσπαθούσαν να το σκάσουν.
Ερχόταν τότε ο πιο γέρος βοσκός και τους έλεγε :
“Α, πρόβατα ασυνείδητα και αλαζονικά, δεν ξέρετε ότι εκεί έξω ο κάμπος είναι γεμάτος κινδύνους; Μονάχα εδώ βρίσκετε άφθονο νερό, φαγητό και προπαντός, προστασία από τους λύκους.”
Ερχόταν τότε ο πιο γέρος βοσκός και τους έλεγε :
“Α, πρόβατα ασυνείδητα και αλαζονικά, δεν ξέρετε ότι εκεί έξω ο κάμπος είναι γεμάτος κινδύνους; Μονάχα εδώ βρίσκετε άφθονο νερό, φαγητό και προπαντός, προστασία από τους λύκους.”
Γενικά, αυτό αρκούσε να φρενάρει τις τάσεις «ελευθερίας» των προβάτων.
Μια μέρα γεννήθηκε ένα διαφορετικό πρόβατο, ας πούμε
πως ήταν ένα μαύρο πρόβατο. Είχε
επαναστατικές διαθέσεις και ξεσήκωνε τους συντρόφους του να το σκάσουν
προς την ελευθερία των λιβαδιών.
Πύκνωσαν οι επισκέψεις του γέρου βοσκού που πάσχιζε να πείσει τα
πρόβατα για τους εξωτερικούς κινδύνους. Ωστόσο τα πρόβατα ήταν ανήσυχα και κάθε
φορά που τα έβγαζαν απ’ το μαντρί όλο και πιο δύσκολα τα μάζευαν.
Ώσπου μια νύχτα το μαύρο πρόβατο τα έπεισε και το έσκασαν.
Οι βοσκοί δεν
αντιλήφθηκαν τίποτα ως το ξημέρωμα, όταν είδαν το μαντρί σπασμένο και άδειο.
Όλοι πήγαν να κλάψουν
μαζί με το γέροντα, τον αρχηγό της οικογένειας.
«Έφυγαν, έφυγαν!»
«Τα κακόμοιρα…»
«Και η πείνα;»
«Και η δίψα;»
«Και ο λύκος;»
«Τι θ’ απογίνουν χωρίς
εμάς;»
Ο γέροντας έβηξε,
ρούφηξε την πίπα του και είπε:
«Αλήθεια, τι θ’
απογίνουν χωρίς εμάς; Και το χειρότερο είναι…»
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









