Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2012

Καθισμένος στην πλώρη της «Σκιάς»


Καθισμένος στην πλώρη της «Σκιάς», της καραβέλας μου, τραβάω μια τελευταία τζούρα απ’ το τσιγάρο κι ολόκληρη την πρωινή αλμύρα. Πέρα στην ιχθυόσκαλα οι φωνές έχουν ζωηρέψει, στο λιμάνι άραξαν τα επιβατηγά πλοία ενώ στο καρνάγιο φάνηκε ο πρώτος εργάτης. Οι ξενύχτηδες χαθήκαν σα σκιές μόλις έσβησαν τα φώτα της παραλιακής. Το ξημέρωμα υπόσχεται μια ηλιόλουστη Δευτέρα. Σε λίγο θα φανεί ο γερο Διαμαντής, θα πάρει τη μικρή του βάρκα απ’ το καρνάγιο, θ’ ανταλλάξει δυο κουβέντες με τον εργάτη (ο ίδιος πάντα φτάνει πρώτος) και θα ’ρθει στο καράβι. Θα αράξει στην πρύμνη, θ’ ανοίξει το τρανζιστοράκι του και μέχρι το μεσημέρι που ξυπνάω θα ψαρεύει στα νερά του λιμανιού και των αναμνήσεων του. Διαβασμένος άνθρωπος, σοφός. Κάποια φορά έτσι καθώς μιλούσαμε για την κατάσταση που έχει περιέλθει η πόλη κι η χώρα ολόκληρη, για την ακρίβεια μιλούσα, εκείνος άκουγε σιωπηλός, έτσι καθώς λοιπόν μιλούσα κι έδειχνα πολύ προβληματισμένος, άνοιξε το μαύρο σακ βουαγιάζ του κι έβγαλε ένα σκούρο κόκκινο βιβλίο. Πέρα από το τρανζιστοράκι και τα ψαρικά, την πίπα και τον καπνό, το κολατσό του (ψωμί, τυρί, ελιές κι ένα ποτηράκι κρασί), πάντα κρατούσε κι ένα βιβλίο.
- Διάβασε! μου είπε προστακτικά και μου το έδωσε κρατώντας το ανοιχτό. «Δυνατά»! συνέχισε στον ίδιο τόνο.
Υπάκουσα κι άρχισα να διαβάζω:

«Γιατί άλλοτε, όλα πήγαιναν τόσο καλά και σήμερα πηγαίνουν τόσο άσχημα; πρώτα πρώτα, γιατί ο λαός, που άλλοτε ήταν τόσο δραστήριος, ήταν ο αφέντης των πολιτικών αντρών, απολάμβανε όλα τα κυριαρχικά δικαιώματα και κάθε πολίτης θεωρούσε τον εαυτό του ευτυχή, αν καταγόταν απ' το λαό. Αντίθετα, σήμερα, εκείνοι που κυριαρχούν είναι οι πολιτικοί άντρες. Τα πάντα κατευθύνονται απ' αυτούς, ενώ εσείς -ο λαός- διαλυμένοι και στερημένοι από τις περιουσίες σας και τους συμμάχους σας, έχετε μετατραπεί σε υπηρέτες, δεν είστε παρά διακοσμητικοί πολίτες, πολύ ευχαριστημένοι αν σας δίνουν τα θεωρικά, αν οι ιθύνοντες οργανώσουν για σας καμιά θρησκευτική γιορτή. Και τέλος, απαράμιλλο πολιτικό θάρρος! τους χρωστάτε και χάρη γιατί σας δίνουν αυτό που ήταν δικό σας. Αυτοί όμως, αρχίζουν να σας στοιβάζουν στην πόλη και σας αναγκάζουν να γίνετε το θήραμα που θα εξημερώσουν. Στην πραγματικότητα, νομίζω πως δεν μπορεί να νιώθει κανείς πολύ περήφανος, όταν ενεργεί με μικρότητα και ευτέλεια. Τα αισθήματα των ανθρώπων ανταποκρίνονται στις συνήθειες τους.» 

Σήκωσα το κεφάλι, τον κοίταξα, μα πριν προλάβω να μιλήσω μου έδειξε με το χέρι στο βιβλίο.
-Συνέχισε!

«Να, λοιπόν, σε ποιο σημείο φτάσαμε! Και υπεκφεύγουμε, λοξοκοιτάζουμε το γείτονα, δυσπιστούμε ο ένας στον άλλο και όχι σε εκείνον που κάνει κακό σε όλους μας. Ποια, όμως είναι η αιτία όλων αυτών; Γιατί πρέπει να υπάρχει μια αιτία που οι Έλληνες ενώ άλλοτε αγαπούσαν τόσο την ελευθερία, είναι σήμερα τόσο έτοιμοι για τη σκλαβιά. Αυτό συμβαίνει γιατί άλλοτε υπήρχε στην καρδιά όλων σχεδόν κάτι που δεν υπάρχει πια, κάτι που αποδείχθηκε ανώτερο από το περσικό χρυσάφι, κάτι που εξασφάλισε την ελευθερία της Ελλάδας, κάτι που δεν ηττήθηκε ούτε σε στεριά ούτε σε θάλασσα. Και ακριβώς επειδή αυτό το κάτι χάθηκε, όλα έχουν πια ανατραπεί. Τι ήταν λοιπόν αυτό το κάτι; Τίποτα πολύπλοκο, ούτε πολύ σοφό. Ήταν μόνο το γενικό μίσος εναντίον όσων  δωροδοκούνταν από κείνους που ήθελαν να κυριεύσουν την Ελλάδα. Στον ένοχο επιβαλλόταν η βαρύτερη ποινή, χωρίς αναστολή ούτε χάρη… Τότε, δεν εξαγοράζονταν οι ρήτορες και οι στρατηγοί, ούτε και η ομόνοια ανάμεσα στους πολίτες, ούτε η δυσπιστία προς τους τυράννους και τους βαρβάρους, ούτε τίποτα παρόμοιο. Σήμερα, όλα πουλιούνται όπως στην αγορά. Σε αντάλλαγμα εισήγαγαν αυτό που κατέστρεψε την Ελλάδα. Τι είναι αυτό; Το ότι ζηλεύουν αυτόν που δωροδοκήθηκε, κοροϊδεύουν εκείνον που το ομολογεί, συγχωρούν αυτούς που το αδίκημα τους έχει αποδειχθεί, μισούν όσους τους μέμφονται. Είναι καθετί που συνοδεύει τη δωροδοκία. Σήμερα διαθέτουμε πολύ περισσότερο από άλλοτε τριήρεις, πληθυσμό, χρήματα, όλα τα άλλα αγαθά σε αφθονία, όσα απαρτίζουν τη δύναμη ενός κράτους. Όλα αυτά όμως έχουν γίνει άχρηστα, περιττά, αντιπαραγωγικά εξαιτίας αυτών που τα καπηλεύονται.» *

Σήκωσα τα μάτια και τον κοίταξα. Εκείνος τέντωσε το κορμί του καθισμένος αντικριστά μου  σ’ ένα σκαμνί και καρφώνοντας το βλέμμα πάνω μου άρχισε να ρουφά την πίπα του….


Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

ΒΙΡΑΑΑ…


Δεν είμαι δα και το καμάρι της γενιάς μου. Δεν ανήκω σε κόμματα ούτε μετέχω σε οργανώσεις, συλλόγους και διάφορες ενώσεις. Δεν είμαι καν άτομο παραγωγικό. Αν και βρίσκομαι περίπου στα μισά της διαδρομής αυτού του θαύματος που λέμε ζωή, και πράγματι νιώθω να σφύζω από δαύτη, εντούτοις παραμένω άεργος κόντρα στη λογική που θα με ήθελε έναν αποκατεστημένο αστό.
Όλα τα παραπάνω βέβαια τα έκανα συνειδητά. Απεχθάνομαι την υποκρισία, την αρχομανία, τα άθλια υποκείμενα που εξαργυρώνουν την αξιοπρέπεια και τη συνείδησή τους με εκδουλεύσεις στα κομματικά καταγώγια αυτής της πόλης, το ξεπούλημα συνειδήσεων, την υποταγή στο χρήμα και τη λογική πως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, τη δουλοπρέπεια, το γλείψιμο. Απεχθάνομαι να σπαταλάω τη ζωή μου με το μαρτύριο της σταγόνας, καθισμένος σε ένα γραφείο εργασίας ή έναν αναπαυτικό καναπέ φουσκώνοντας το στομάχι μου και ξεφουσκώνοντας τα όνειρά μου.
Βέβαια δε βοήθησαν και οι εποχές ιδιαίτερα για να εξελιχθώ διαφορετικά. Τα νιάτα της γενιάς μου κύλησαν ανάμεσα στον απόηχο μεγάλων ιδεών και οραμάτων και την πλήρη διάψευσή τους ή εξαργύρωσή τους, όπως προτιμάτε. Τίποτα το συνταρακτικό να μας συναρπάσει, να μας κάνει να προχωρήσουμε σε αυτή τη γλυκιά υπέρβαση που κάνουν όσοι γράφουν την ιστορία. Υπέρβαση του εαυτού τους, του φόβου, του κινδύνου, της δυσκολίας.
Ξημερώματα Δευτέρας. Στην ιχθυόσκαλα, στο μικρό λιμανάκι των ψαροκάικων οι ψαράδες ξεφορτώνουν τα καφάσια με τα φρέσκα ψάρια, τα  νυσταγμένα φώτα της παραλιακής κουβαλάνε τους ξενύχτηδες και τους πρώτους μεροκαματιάρηδες στις δουλειές τους. Κατά τα άλλα η πόλη κοιμάται ακόμα σκεπασμένη με  το κυανό σεντόνι της αυγής, στριφογυρίζοντας στη σιωπή της προσπαθώντας να διώξει μακριά τους εφιάλτες της νύχτας. Η πόλη που ποτέ δεν κοιμόταν ίσως τώρα αρνείται να ξυπνήσει και να δει κατάματα τον εφιάλτη της φτώχειας που την κατέλαβε ή μήπως τώρα φαίνεται να ξυπνάει από ένα γλυκό όνειρο πολλών χρόνων και ξαφνικά προσγειώνεται στη σκληρή πραγματικότητα;
Μάλλον ζούσε σε ένα γλυκό όνειρο για πολλά χρόνια μέσα σε πρωτόγνωρο πλούτο και χλιδή. Άλλαξαν οι άνθρωποι, οι συνήθειες τους, οι αξίες τους. Κόντυναν τα όνειρα τους γιατί μπορούσαν εύκολα να τα πραγματοποιήσουν, δεν τα μεγάλωνε πια η προσδοκία. Πίστευαν ότι τα πραγματοποιούσαν, ενώ στην πραγματικότητα τα υλοποιούσαν κάνοντάς τα πλαστικά  με χαμηλό επιτόκιο. Το μέσο απέκτησε διάρκεια κι όχι το περιεχόμενο. Όσο μεγάλωναν οι προορισμοί τόσο μίκραιναν οι διαδρομές και λιγόστευαν οι εμπειρίες, οι δοκιμασίες που σφυρηλατούν την προσωπικότητα. Γέμισε ο τόπος ινστιτούτα αισθητικής και πλαστικούς χειρούργους, ομόρφαιναν τα  πρόσωπα κι ασχήμιζαν οι ψυχές φυλακισμένες στον αλλήθωρο εγωκεντρισμό τους. Μαλάκωσαν οι αντιστάσεις τους στην ευκολία, οι αναζητήσεις τους στα γιατί και σκλήρυναν οι καρδιές τους κλεισμένες σε μπετόν. Ξεθώριαζε η σκέψη όσο αντανακλούσαν τα φωταγωγημένα γράμματα πάνω στο ιλουστρασιόν χαρτί. Γέμισε η πόλη αρουραίους, φαύλους, εκμαυλιστές, που χώσανε τους ποιητές στ’ αμπάρια, τους παππούδες στα γηροκομεία, τους νέους στην ελαφρότητα και τις πρωινές καλημέρες στα ψυγεία.
Από πολίτες γίνανε όλοι καταναλωτές κι απ’ την πολλή κατανάλωση ξεχάσανε να παράγουνε.
Στο κράτος, στην κοινωνία, παντού επικρατούσε η διαφθορά, η αναξιοκρατία, η ιδιοτέλεια και η απληστία.
Μόνο επάγγελμα το εμπόριο: οι άρχοντες του τόπου εμπορεύονταν τις ελπίδες των ψηφοφόρων τους, τα μέσα ενημέρωσης εμπορεύονταν τις ειδήσεις, οι πλούσιοι εμπορεύονταν τον ιδρώτα των εργαζόμενων τους, οι συνδικαλιστές εμπορεύονταν τα δικαιώματά τους, οι δημόσιοι υπάλληλοι εμπορεύονταν την οκνηρία τους, οι παπάδες εμπορεύονταν την πίστη του κόσμου, οι καλλιτέχνες εμπορεύονταν την τέχνη τους κι οι πνευματικοί ταγοί εμπορεύονταν τη γνώση τους.
Έσφυζε η πόλη από ζωή, γέμισε ο τόπος μαγαζιά, βίλες, πολυτελή αυτοκίνητα, κότερα, εκδηλώσεις, μουσικές, φανφάρες, ένα διαρκές φεστιβάλ επιδειξιομανίας, νεοπλουτισμού, βαβούρας και καρακιτσαριού. Ένα πολύχρωμο πέπλο, σαν ουράνιο τόξο κάλυπτε κάθε πτυχή της ζωής, της καθημερινότητας, του πολιτισμού. Μα δίχως ποτέ να ξεπλένει την απληστία της σε αντίθεση με τη φύση που όπως λέει κι ο γερο Διαμαντής είναι σοφή: «πρώτα ξεπλένεται ο κόσμος και μετά πλημμυρίζει χρώματα και μυρωδιές». Μετά τη βροχή βγαίνει το ουράνιο τόξο.

Αισθάνομαι λοιπόν δικαιωμένος που τα απαρνήθηκα όλα αυτά. Δεν ήταν κι εύκολο πράμα, ωστόσο φρόντισα να κρατήσω τις απαραίτητες αποστάσεις ώστε να διατηρώ την κρίση μου καθαρή. Κι αυτό ισχύει για όλες τις εκφάνσεις της ζωής. Κάποιος είχε πει κάποτε πως «οι όψεις των πραγμάτων που είναι σημαντικότερα για μας είναι κρυμμένες λόγω της οικείας μορφής τους (κανείς δεν μπορεί να τις παρατηρήσει γιατί βρίσκονται πάντα μπροστά στα μάτια μας)». Χρειάζεται λοιπόν μια αναγκαία απόσταση. Το λέει κι αυτό το όμορφο τραγουδάκι που ξεχυνόταν μια κυριακάτικη νύχτα από το καρνάγιο. Το τραγουδούσε μια μοναχική ψυχή που εξομολογιόταν τον πόνο της στις γάτες. Πολλές μοναχικές ψυχές χώνονται κατά καιρούς στο καρνάγιο ανάμεσα στις γάτες και τις βάρκες.


"προσταγή"

- Σκάψε! Τι βλέπεις;
- Ανθρώπους και πουλιά, νερά και πέτρες!
- Σκάψε ακόμα! Τι βλέπεις;
- Ιδέες και ονείρατα, αστραπές και φαντάσματα.
- Σκάψε ακόμα: Τι βλέπεις;
- Δε βλέπω τίποτα! Νύχτα βουβή, πηχτή σα θάνατος. Θα 'ναι ο θάνατος.
- Σκάψε ακόμα!
- Αχ! Δεν μπορώ να διαπεράσω το σκοτεινό μεσότοιχο! Φωνές γρικώ και κλάματα, φτερά γρικώ στον άλλον όχτο!
- Μην κλαις!  Μην κλαις! δεν είναι στον άλλον όχτο! Οι φωνές, τα κλάματα και τα φτερά είναι η καρδιά σου! ****



"Φτάσε ό, τι δε μπορείς! Εξελίξου!!"


Μεγάλος θαλασσοπόρος ο Νίκος Καζαντζάκης ταξίδεψε στις ανταριασμένες θάλασσες της ανθρώπινης ψυχής, έφτασε στους μακρινούς πόντους της ύπαρξης, που τους καλύπτουν η αγωνία κι ο φόβος, κοίταξε κατάματα την άβυσσο νικώντας το φόβο του και νιώθοντας ταυτόχρονα τη σημαντικότητα και την αιωνιότητα που κρύβεται στην κάθε στιγμή της ζωής του ανθρώπου.
Καπετάνιος ανήσυχος, που απεχθανόταν την ανθρώπινη ευκολία, εναντιωνόταν στον εφησυχασμό, την αδράνεια και την παραίτηση. Απέφευγε τα βολικά ταξίδια, σε ήσυχα κι ασφαλή νερά, τον έπνιγαν τα μικρά λιμάνια προτιμώντας τα υπερπόντια, μακρινά και δύσκολα ταξίδια. Όρισε τις δικές του συντεταγμένες στο ταξίδι προς την αυτογνωσία, προς την ελευθερία του ανθρώπου.
Πάνω σ’ αυτές τις συντεταγμένες πραγματοποίησα τα πρώτα μου εφηβικά ταξίδια της υπαρξιακής αναζήτησης, του νοήματος της ζωής, της έννοιας της ελευθερίας, εσωτερικής ή κοινωνικής κλπ.

 
Χαρτογράφησε το ταξίδι του κι ονόμασε το χάρτη «Ασκητική». Τα καράβια του δεν τα ναύλωνε, τα κατασκεύαζε. Ο «Ζορμπάς», ο «Καπετάν Μιχάλης», ο «Τελευταίος Πειρασμός», ο «Χριστός Ξανασταυρώνεται» είναι μερικά από τα πλοία που χρησιμοποίησε για τις μακρινές του αποστολές. Στο κατάστρωμα δεν πατούσες ξύλο παρά χώμα από την ελληνική γη και κρητικές πέτρες που μοσχομύριζαν θυμάρι και φασκομηλιά.
Το πλήρωμα των καραβιών του, πρόσωπα καψαλισμένα από τον ήλιο, ρωμαλέοι εργάτες και μεγάλοι γλεντοκόποι, γεμάτοι ζωή, απλοί και ταπεινοί μες στις χαρές και στις λύπες τους, που γίνονταν όμως μεγάλοι, παγκόσμιοι, αιώνιοι την ώρα που χόρευαν πεντοζάλη, λευτερωμένοι από το φόβο του αγνώστου πάνω από τα λυσσασμένα νερά καθώς ποδοπατούσαν σε κάθε βήμα του χορού που έσερναν το φόβο και την αγωνία τους σ’ αυτή την πορεία προς την άβυσσο.
Κι ο καπετάνιος από ψηλά στην πρύμνη, δίπλα στο τιμόνι, φχαριστημένος, έχωνε την πίπα στην τσέπη, έσκυβε κάθε φορά και γέμιζε τις φούχτες του με σβώλους κρητικό χώμα, τις σήκωνε ψηλά, άνοιγε τα χέρια αφήνοντας το να σκορπίσει στα πέρατα του κόσμου και του χρόνου.


"Moby-Dick"


Η ιστορία της μανιώδους αναζήτησης από τον Άχαμπ, καπετάνιου του φαλαινοθηρικού Πίκουοτ, του Μόμπι Ντικ της μεγάλης άσπρης φάλαινας, που εξαιτίας της έχασε στο παρελθόν το πόδι του.  Ένα μεγάλο ταξίδι στα πέρατα της θάλασσας, ένα μόνιμο κύμα εκδίκησης, οργής και πόνου που μαστιγώνει την ανθρώπινη ψυχή κι ένας προορισμός που γίνεται σκοπός ζωής. Η τελική αναμέτρηση και κατάληξη μοιάζει το αναπότρεπτο τέλος μιας προδιαγεγραμμένης πορείας. Όλα αυτά δοσμένα με τη ματιά ενός νεαρού ναύτη, του Ισμαήλ που τα έζησε ως το τέλος.
Μέσα από μια υπέροχη ναυτική περιπέτεια αναδύεται με συγκλονιστικό τρόπο όλη η τραγικότητα του ανθρώπου που προκαλεί τη μοίρα του.
  Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.





 
«…Και οι τρεις αυτές ιστορίες έχουν για σκηνικό τη Νέα Υόρκη, στα μέσα του 19ου αιώνα. Μια μεγαλούπολη όπου η λάμψη της Πέμπτης Λεωφόρου, το αλόγιστο ύψος στους ουρανοξύστες και η λάμψη του χρήματος σκιάζονται από την τύχη τριών απόκληρων μέσα σε μια κοινωνία (σκληρής απέναντι τους) που μεταλλάσσεται και όπου οι παλιές αξίες της δοκιμάζονται τραγικά…» (από τον πρόλογο του Μένη Κουμανταρέα στην έκδοση του Καστανιώτη).
Στέκομαι ιδιαίτερα στο «Μπάρτλεμπυ ο γραφιάς», όπου μέσα από την αφήγηση ενός δικηγόρου στο γραφείο του οποίου έπιασε δουλειά, αναδύεται η αινιγματική κι ερημική μορφή ενός ανθρώπου που η μόνη φράση που ακούγεται από τα χείλη του είναι : «θα προτιμούσα όχι», προβάλλοντας ξαφνικά μια μορφή παθητικής αντίστασης στις επαγγελματικές αξιώσεις του δικηγόρου. Μοιάζει με μια σκοτεινή και σιωπηλή φιγούρα που δημιουργεί αμηχανία στον περίγυρό της, μια φιγούρα που χαλάει την εικόνα της πολύβουης και πολύχρωμης μετασχηματισμένης κοινωνίας της Νέας Υόρκης. Είναι συνειδητή επιλογή η στάση του ή μήπως ένα αλλόκοτο μετέωρο βήμα σε ένα υπαρξιακό κενό λίγο πριν την οριστική πτώση του;
Στην έκδοση του Άγρα το διήγημα συνοδεύεται από πλούσιο Επίμετρο, που περιλαμβάνει και το διάσημο δοκίμιο του Ζιλ Ντελέζ «Μπάρτλμπυ, ή η φόρμουλα».

Bob Dylan

The Times They Are a-Changin



Come gather 'round people
Wherever you roam
And admit that the waters
Around you have grown
And accept it that soon
You'll be drenched to the bone
If your time to you
Is worth savin'
Then you better start swimmin'
Or you'll sink like a stone
For the times they are a-changin'.

Come writers and critics
Who prophesize with your pen
And keep your eyes wide
The chance won't come again
And don't speak too soon
For the wheel's still in spin
And there's no tellin' who
That it's namin'
For the loser now
Will be later to win
For the times they are a-changin'.

Come senators, congressmen
Please heed the call
Don't stand in the doorway
Don't block up the hall
For he that gets hurt
Will be he who has stalled
There's a battle outside
And it is ragin'
It'll soon shake your windows
And rattle your walls
For the times they are a-changin'.

Come mothers and fathers
Throughout the land
And don't criticize
What you can't understand
Your sons and your daughters
Are beyond your command
Your old road is
Rapidly agin'
Please get out of the new one
If you can't lend your hand
For the times they are a-changin'.

The line it is drawn
The curse it is cast
The slow one now
Will later be fast
As the present now
Will later be past
The order is
Rapidly fadin'
And the first one now
Will later be last
For the times they are a-changin'.
Bob Dylan

Κόσμε ελάτε, συναχθείτε
Όπου κι αν περιπλανιόσασταν
Και παραδεχθείτε
Πως γύρω σας φουσκώνουν τα νερά
Θα σας μουσκέψουν ως το κόκαλο, για τα καλά
Κι αν θαρρείτε
Πως αξίζει να σωθείτε
Να κολυμπάτε αρχίστε τώρα
Αλλιώς σαν πέτρες θα βυθιστείτε
Ναι, τα νερά μανιάζουν
Οι καιροί αλλάζουν

Ελάτε συγγραφείς, ελάτε κριτικοί
Σεις που με την πένα προφητεύετε και τη γραφή
Τα μάτια σας διάπλατα ανοιχτά
Η ευκαιρία δεν έρχεται ξανά
Έγκαιρα φροντίστε η φωνή σας ν’ ακουστεί
Γιατί ο τροχός γυρίζει πάλι απ’ την αρχή
Και δεν μπορείς να ξέρεις ποιος θα σωθεί ή θα χαθεί
Γιατί ο χαμένος σήμερα αύριο θα ‘ν’ ο νικητής
Γιατί αλλάζουν οι καιροί

Ελάτε γερουσιαστές, ελάτε βουλευτές
Το κάλεσμα ακούστε το προσεκτικά
Μη στέκεστε άλλο στα κατώφλια τα παλιά
Μη φράζετε το δρόμο άλλο
Γιατί αυτός που τελικά θα πληγωθεί
Είναι αυτός που κωλυσιεργεί
Ξέσπασε και μαίνεται έξω η μάχη η σφοδρή
Σε λίγο θα τρίξουν τα παραθύρια σας
Θα γκρεμιστούν οι τοίχοι οι τρανοί
Γιατί αλλάζουν, ναι
Αλλάζουν οι καιροί

Μανάδες ελάτε, ελάτε πατεράδες τώρα
Ελάτε απ’ όλη τη μεγάλη χώρα
Κι ό,τι δεν καταλαβαίνετε, μην το κρίνετε στιγμή
Οι γιοι κι οι θυγατέρες σας δεν ακούνε πια
Καμιά σας προσταγή
Ο παλιός σας δρόμος πολύ γρήγορα γερνάει
Κι απ’ τον καινούργιο, λέω, βγείτε
Αν δεν ξέρετε καλά να τον ακολουθείτε
Γιατί αλλάζουν, ναι, αλλάζουν
Αλλάζουν οι καιροί

Η γραμμή έχει χαραχτεί
Κι ακούστηκε η κατάρα σαν ιαχή
Αυτός που σήμερα ξέμεινε πίσω
Αύριο θα είναι πια μπροστά
Όπως και το σήμερα
Αύριο θα είναι χτες ξανά
Η τάξη γοργά ανατρέπεται και ξεθωριάζει
Όσο ο νους σου δεν το βάζει
Και έσχατοι έσονται οι πρώτοι
Ναι, έσχατοι έσονται οι πρώτοι
Γιατί αλλάζουν οι καιροί
Ω, ναι, αλλάζουν
Αλλάζουν οι καιροί