Σάββατο, 23 Ιουνίου 2012

Η Γλαύκη, το μαραμπού, είπε:


Κρεμασμένοι πάνω στην πρύμνη είχαμε τεντωμένα τ’ αυτιά και καρφωμένα τα βλέμματα στη Γλαύκη που χόρευε ξιπόλητη στην κουβέρτα του πλοίου ανασηκώνοντας με τ’ ακροδάχτυλα το μακρύ λευκό της φόρεμα κάθε φορά που ετοιμαζόταν να κάνει μια πιρουέτα ή να στριφογυρίσει γύρω απ’ το μεσιανό κατάρτι. Συχνά διέκοπτε τα λόγια της ξεσπώντας σε γέλια και φτάνοντας ως το ακρόπρωρο επέστρεφε συνεχίζοντας την αφήγησή της. Με λυμένα τα μακριά μαλλιά της ν’ ανεμίζουνε και τη λεπτή σιλουέτα της να διαγράφεται κάτω απ’ το φως του φεγγαριού έμοιαζε με ξωτικό της νύχτας:

  «Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια οικογένεια βοσκών. Είχαν όλα τα πρόβατα τους μαζί σ’ ένα μαντρί. Τα τάιζαν, τα φρόντιζαν και τα βοσκούσαν.
Κάπου κάπου τα πρόβατα προσπαθούσαν να το σκάσουν.
Ερχόταν τότε ο πιο γέρος βοσκός και τους έλεγε :
“Α, πρόβατα ασυνείδητα και αλαζονικά, δεν ξέρετε ότι εκεί έξω ο κάμπος είναι γεμάτος κινδύνους; Μονάχα εδώ βρίσκετε άφθονο νερό, φαγητό και προπαντός, προστασία από τους λύκους.”
Γενικά, αυτό αρκούσε να φρενάρει τις τάσεις «ελευθερίας» των προβάτων.
Μια  μέρα  γεννήθηκε ένα διαφορετικό πρόβατο, ας πούμε πως ήταν ένα μαύρο πρόβατο. Είχε  επαναστατικές διαθέσεις και ξεσήκωνε τους συντρόφους του να το σκάσουν προς την ελευθερία των λιβαδιών.
Πύκνωσαν οι επισκέψεις του γέρου βοσκού που πάσχιζε να πείσει τα πρόβατα για τους εξωτερικούς κινδύνους. Ωστόσο τα πρόβατα ήταν ανήσυχα και κάθε φορά που τα έβγαζαν απ’ το μαντρί όλο και πιο δύσκολα τα μάζευαν.
Ώσπου μια νύχτα το μαύρο πρόβατο τα έπεισε και το έσκασαν.
Οι βοσκοί δεν αντιλήφθηκαν τίποτα ως το ξημέρωμα, όταν είδαν το μαντρί σπασμένο και άδειο.
Όλοι πήγαν να κλάψουν μαζί με το γέροντα, τον αρχηγό της οικογένειας.
«Έφυγαν, έφυγαν!»
«Τα κακόμοιρα…»
«Και η πείνα;»
«Και η δίψα;»
«Και ο λύκος;»
«Τι θ’ απογίνουν χωρίς εμάς;»
Ο γέροντας έβηξε, ρούφηξε την πίπα του και είπε:
«Αλήθεια, τι θ’ απογίνουν χωρίς εμάς; Και το χειρότερο είναι…»

…Τι θ’ απογίνουμε εμείς χωρίς αυτά;» **