Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

ΒΙΡΑΑΑ…


Δεν είμαι δα και το καμάρι της γενιάς μου. Δεν ανήκω σε κόμματα ούτε μετέχω σε οργανώσεις, συλλόγους και διάφορες ενώσεις. Δεν είμαι καν άτομο παραγωγικό. Αν και βρίσκομαι περίπου στα μισά της διαδρομής αυτού του θαύματος που λέμε ζωή, και πράγματι νιώθω να σφύζω από δαύτη, εντούτοις παραμένω άεργος κόντρα στη λογική που θα με ήθελε έναν αποκατεστημένο αστό.
Όλα τα παραπάνω βέβαια τα έκανα συνειδητά. Απεχθάνομαι την υποκρισία, την αρχομανία, τα άθλια υποκείμενα που εξαργυρώνουν την αξιοπρέπεια και τη συνείδησή τους με εκδουλεύσεις στα κομματικά καταγώγια αυτής της πόλης, το ξεπούλημα συνειδήσεων, την υποταγή στο χρήμα και τη λογική πως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, τη δουλοπρέπεια, το γλείψιμο. Απεχθάνομαι να σπαταλάω τη ζωή μου με το μαρτύριο της σταγόνας, καθισμένος σε ένα γραφείο εργασίας ή έναν αναπαυτικό καναπέ φουσκώνοντας το στομάχι μου και ξεφουσκώνοντας τα όνειρά μου.
Βέβαια δε βοήθησαν και οι εποχές ιδιαίτερα για να εξελιχθώ διαφορετικά. Τα νιάτα της γενιάς μου κύλησαν ανάμεσα στον απόηχο μεγάλων ιδεών και οραμάτων και την πλήρη διάψευσή τους ή εξαργύρωσή τους, όπως προτιμάτε. Τίποτα το συνταρακτικό να μας συναρπάσει, να μας κάνει να προχωρήσουμε σε αυτή τη γλυκιά υπέρβαση που κάνουν όσοι γράφουν την ιστορία. Υπέρβαση του εαυτού τους, του φόβου, του κινδύνου, της δυσκολίας.
Ξημερώματα Δευτέρας. Στην ιχθυόσκαλα, στο μικρό λιμανάκι των ψαροκάικων οι ψαράδες ξεφορτώνουν τα καφάσια με τα φρέσκα ψάρια, τα  νυσταγμένα φώτα της παραλιακής κουβαλάνε τους ξενύχτηδες και τους πρώτους μεροκαματιάρηδες στις δουλειές τους. Κατά τα άλλα η πόλη κοιμάται ακόμα σκεπασμένη με  το κυανό σεντόνι της αυγής, στριφογυρίζοντας στη σιωπή της προσπαθώντας να διώξει μακριά τους εφιάλτες της νύχτας. Η πόλη που ποτέ δεν κοιμόταν ίσως τώρα αρνείται να ξυπνήσει και να δει κατάματα τον εφιάλτη της φτώχειας που την κατέλαβε ή μήπως τώρα φαίνεται να ξυπνάει από ένα γλυκό όνειρο πολλών χρόνων και ξαφνικά προσγειώνεται στη σκληρή πραγματικότητα;
Μάλλον ζούσε σε ένα γλυκό όνειρο για πολλά χρόνια μέσα σε πρωτόγνωρο πλούτο και χλιδή. Άλλαξαν οι άνθρωποι, οι συνήθειες τους, οι αξίες τους. Κόντυναν τα όνειρα τους γιατί μπορούσαν εύκολα να τα πραγματοποιήσουν, δεν τα μεγάλωνε πια η προσδοκία. Πίστευαν ότι τα πραγματοποιούσαν, ενώ στην πραγματικότητα τα υλοποιούσαν κάνοντάς τα πλαστικά  με χαμηλό επιτόκιο. Το μέσο απέκτησε διάρκεια κι όχι το περιεχόμενο. Όσο μεγάλωναν οι προορισμοί τόσο μίκραιναν οι διαδρομές και λιγόστευαν οι εμπειρίες, οι δοκιμασίες που σφυρηλατούν την προσωπικότητα. Γέμισε ο τόπος ινστιτούτα αισθητικής και πλαστικούς χειρούργους, ομόρφαιναν τα  πρόσωπα κι ασχήμιζαν οι ψυχές φυλακισμένες στον αλλήθωρο εγωκεντρισμό τους. Μαλάκωσαν οι αντιστάσεις τους στην ευκολία, οι αναζητήσεις τους στα γιατί και σκλήρυναν οι καρδιές τους κλεισμένες σε μπετόν. Ξεθώριαζε η σκέψη όσο αντανακλούσαν τα φωταγωγημένα γράμματα πάνω στο ιλουστρασιόν χαρτί. Γέμισε η πόλη αρουραίους, φαύλους, εκμαυλιστές, που χώσανε τους ποιητές στ’ αμπάρια, τους παππούδες στα γηροκομεία, τους νέους στην ελαφρότητα και τις πρωινές καλημέρες στα ψυγεία.
Από πολίτες γίνανε όλοι καταναλωτές κι απ’ την πολλή κατανάλωση ξεχάσανε να παράγουνε.
Στο κράτος, στην κοινωνία, παντού επικρατούσε η διαφθορά, η αναξιοκρατία, η ιδιοτέλεια και η απληστία.
Μόνο επάγγελμα το εμπόριο: οι άρχοντες του τόπου εμπορεύονταν τις ελπίδες των ψηφοφόρων τους, τα μέσα ενημέρωσης εμπορεύονταν τις ειδήσεις, οι πλούσιοι εμπορεύονταν τον ιδρώτα των εργαζόμενων τους, οι συνδικαλιστές εμπορεύονταν τα δικαιώματά τους, οι δημόσιοι υπάλληλοι εμπορεύονταν την οκνηρία τους, οι παπάδες εμπορεύονταν την πίστη του κόσμου, οι καλλιτέχνες εμπορεύονταν την τέχνη τους κι οι πνευματικοί ταγοί εμπορεύονταν τη γνώση τους.
Έσφυζε η πόλη από ζωή, γέμισε ο τόπος μαγαζιά, βίλες, πολυτελή αυτοκίνητα, κότερα, εκδηλώσεις, μουσικές, φανφάρες, ένα διαρκές φεστιβάλ επιδειξιομανίας, νεοπλουτισμού, βαβούρας και καρακιτσαριού. Ένα πολύχρωμο πέπλο, σαν ουράνιο τόξο κάλυπτε κάθε πτυχή της ζωής, της καθημερινότητας, του πολιτισμού. Μα δίχως ποτέ να ξεπλένει την απληστία της σε αντίθεση με τη φύση που όπως λέει κι ο γερο Διαμαντής είναι σοφή: «πρώτα ξεπλένεται ο κόσμος και μετά πλημμυρίζει χρώματα και μυρωδιές». Μετά τη βροχή βγαίνει το ουράνιο τόξο.

Αισθάνομαι λοιπόν δικαιωμένος που τα απαρνήθηκα όλα αυτά. Δεν ήταν κι εύκολο πράμα, ωστόσο φρόντισα να κρατήσω τις απαραίτητες αποστάσεις ώστε να διατηρώ την κρίση μου καθαρή. Κι αυτό ισχύει για όλες τις εκφάνσεις της ζωής. Κάποιος είχε πει κάποτε πως «οι όψεις των πραγμάτων που είναι σημαντικότερα για μας είναι κρυμμένες λόγω της οικείας μορφής τους (κανείς δεν μπορεί να τις παρατηρήσει γιατί βρίσκονται πάντα μπροστά στα μάτια μας)». Χρειάζεται λοιπόν μια αναγκαία απόσταση. Το λέει κι αυτό το όμορφο τραγουδάκι που ξεχυνόταν μια κυριακάτικη νύχτα από το καρνάγιο. Το τραγουδούσε μια μοναχική ψυχή που εξομολογιόταν τον πόνο της στις γάτες. Πολλές μοναχικές ψυχές χώνονται κατά καιρούς στο καρνάγιο ανάμεσα στις γάτες και τις βάρκες.


2 σχόλια: