Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012

τα ζώα που έπαθαν πανώλη



Κακό μεγάλο βρήκε κάποτε τα ζώα κι απλώθηκε παντού! Πολλά πέθαναν κι όλα χτυπήθηκαν από μια τρομερή αρρώστια, την πανούκλα. Τότε το λιοντάρι συγκάλεσε συμβούλιο και πρότεινε να εξομολογηθούν όλα τις αμαρτίες τους και όποιο κριθεί πιο ένοχο να θυσιαστεί ώστε να εξευμενιστεί η οργή τ’ ουρανού, που έστειλε την αρρώστια.
Πρώτο το ίδιο το λιοντάρι ομολόγησε πως, για να ικανοποιήσει τις λαίμαργες ορέξεις του, είχε καταβροχθίσει πολλά πρόβατα. Έφτασε μάλιστα μερικές φορές να φάει και το βοσκό. Η αντίδραση στα λόγια του βασιλιά ήταν οι κολακείες της αλεπούς προς το πρόσωπό του μέσα σε χειροκροτήματα.
Ακολούθησαν η τίγρης, η αρκούδα κι άλλα ισχυρά ζώα που ομολόγησαν σοβαρά αδικήματα, όλα ωστόσο είχαν την ίδια αντιμετώπιση με του λιονταριού, μέχρι που έφτασε και η σειρά του γαϊδάρου, ο οποίος ομολόγησε πως κάποτε, εξαιτίας της μεγάλης του πείνας, μπήκε στον πειρασμό κι έφαγε λίγο τρυφερό χορτάρι από το λιβάδι που ανήκε σε ένα μοναστήρι. Αμέσως όλα τα ζώα αποδοκίμασαν τον κακόμοιρο το γάιδαρο που διέπραξε τέτοιο «αποτρόπαιο έγκλημα». Ο μαδημένος και ψωριάρης γάιδαρος κατηγορήθηκε ως υπεύθυνος για τη συμφορά που βρήκε τα ζώα κι αποφασίστηκε να θυσιαστεί. 

"Η δύναμη του καθενός είναι πάντα το ζύγι
ένοχο βγάζει το φτωχό τον ισχυρό αθωώνει"


   Jean de La Fontaine,1621-1695




                                                             


                                                                

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

πού δείχνει;


 



                                            grigiors  September 2012

                              
                                                                       

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2012

περί ευτυχίας

"Ω, να 'στε σίγουροι πως ο Κολόμβος ήταν ευτυχισμένος όχι τότε που ανακάλυψε την Αμερική μα όταν πήγαινε να την ανακαλύψει, να 'στε σίγουροι πως το ψηλότερο σημείο της ευτυχίας του ήταν ίσως τρεις μέρες ακριβώς πριν από την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου, όταν το επαναστατημένο πλήρωμα, μέσα στην απελπισία του, παραλίγο να γύριζε το καράβι πίσω στην Ευρώπη! Δεν πρόκειται για το Νέο Κόσμο- δεν πα' να χαθεί! Ο Κολόμβος πέθανε χωρίς σχεδόν να τον δει και, ουσιαστικά, χωρίς να ξέρει τι ανακάλυψε. Το σπουδαίο είναι η ζωή, μόνη η ζωή, η συνεχής ανακάλυψη αυτής της ζωής, της αδιάκοπης και αιώνιας, κι όχι απλώς μια ανακάλυψη!" ******




Κυριακή 29 Ιουλίου 2012

σκορπιός και βάτραχος

Η σχέση ανάμεσα στο γερο- Διαμαντή και στο Φτερό ήταν ιδιαίτερη. Πίσω από τις συνεχείς κόντρες τους, που τις δικαιολογούσε απόλυτα το χάσμα των γενεών, κρυβόταν μια αληθινή εξάρτηση. Ο γερο- Διαμαντής,μαθηματικός που τα παράτησε γιατί όπως χαρακτηριστικά έλεγε "το εκπαιδευτικό σύστημα είναι έτσι δομημένο ώστε να παράγει φυτά κι όχι σκεπτόμενους πολίτες με κριτική στάση", χήρος, με δυο κόρες με τις οποίες έχει διακόψει εδώ και χρόνια τις σχέσεις λόγω κληρονομικών, έβλεπε ίσως στον πιτσιρικά το εγγόνι που του είχαν στερήσει. Του άρεσε και καμάρωνε αυτό το ατίθασο κι ανυπότακτο παιδί, γεμάτο ενέργεια και δίψα για τη ζωή, βγαλμένο λες από μυθιστόρημα του Τουαίην.
Αλλά κι ο Σπύρος, το Φτερό, ένα δεκαπεντάχρονο ψηλό αγόρι, από φτωχή οικογένεια με πατέρα άνεργο και αλκοολικό και μητέρα που έκανε μεροκάματα σαν καθαρίστρια όπου κι όποτε έβρισκε, τρελαινόταν να τσιγκλάει και να προκαλεί το γέροντα. Όσο κι αν έδειχνε πως τον ενοχλούν οι ιστορίες και οι παρατηρήσεις του,  κατα βάθος του άρεσαν, τις άκουγε, τον άκουγε και τον υπολόγιζε. Ίσως και να έβλεπε στο πρόσωπό του το νηφάλιο πατέρα ή το σεβάσμιο παππού, ένα λιμάνι γνώσης και σοφίας στο οποίο επέστρεφε συχνά από τις ατέλειωτες περιπλανήσεις του στους δρόμους της πόλης. Ό,τι σημαντικό, παράξενο ή συνταρακτικό συνέβαινε εκεί πέρα, στον πρώτο που το έλεγε ήταν ο γερο-Διαμαντής.
- Αλλάζουν τα πράματα,γέρο! του φώναξε καθώς ανέβαινε στη "Σκιά".
- Ένα γερό χέρι ξύλο θα φας, αν με ξαναπείς έτσι.
- Δε σ' ενοχλεί αυτό, αλλά που αλλάζουν τα πράματα. Το Φτερό πήδηξε γελώντας στο κατάστρωμα και κατευθύνθηκε προς το γερο- Διαμαντή που καθόταν όπως πάντα στην πλώρη. "Πάνε τα παλιά κόμματα, έρχεται νέο αίμα που θα αλλάξει τα πράματα. Αυτό συζητάνε όλοι στην πόλη." Ήταν η περίοδος λίγο πριν γίνουν εκλογές στη χώρα.
Ο γερο- Διαμαντής δεν απάντησε. Τράβηξε το καλάμι κι έπιασε το αγκίστρι.
- Δε θα το σχολιάσεις;
- Ο τρόπος μου σε εκνευρίζει, απάντησε ο γέρος δολώντας το αγκίστρι του.
Το Φτερό χτύπησε με το χέρι το κούτελό του μου μουρμουρίζοντας: "ωχ πάλι ιστορία!"
Ο γέρος τίναξε το καλάμι ρίχνοντας το δολωμένο αγκίστρι στο νερό, ενώ παρέμεινε σιωπηλός.
-Καλά, άντε, λέγε να τελειώνουμε, έκανε με δυσφορία το Φτερό κοιτάζοντας αφηρημένα προς τα κει που έπεσε το αγκίστρι.
Ο γερο- Διαμαντής δίχως να στρέψει το κεφάλι προς το μέρος του άρχισε:


Το λοιπόν, κάποτε  ένας σκορπιός στεκόταν στην όχθη του ποταμού σκεφτικός γυρεύοντας έναν τρόπο να περάσει στην απέναντι όχθη μιας και δεν ήξερε κολύμπι. Δεν πέρασε ώρα πολλή και φάνηκε ένας βάτραχος. Αμέσως ο σκορπιός τον φώναξε και τον παρακάλεσε:
- Βάτραχε, μπορείς να με περάσεις απέναντι επειδή εγώ δεν ξέρω να κολυμπώ;
Ο βάτραχος στην αρχή ξαφνιάστηκε μα γρήγορα συνήλθε:
- Σκορπιέ, αυτό  δε γίνεται, γιατί εσύ μόλις σε βάλω στην πλάτη μου θα με τσιμπήσεις.
- Μα όχι! έκανε ζωηρά ο σκορπιός, μα όχι! αν σε τσιμπήσω θα πεθάνεις και τότε θα πνιγούμε κι οι δυο!
Ο βάτραχος πείστηκε, πήρε το σκορπιό στην πλάτη του και άρχισε να διασχίζει τον ποταμό.
Δεν πέρασε ωστόσο ώρα πολλή κι ο σκορπιός ξαφνικά τσιμπάει το βάτραχο. Εκείνος γεμάτος απορία, τη στιγμή που βουλιάζανε, στρέφεται και του λέει:
- Μα γιατί, αφού θα πνιγείς κι εσύ!
- Το ξέρω, αλλά είναι στη φύση μου! απάντησε ξερά ο σκορπιός.*****

 Ο γερο-Διαμαντής γύρισε και κοίταξε το Φτερό:
-Λοιπόν; πώς σου φάνηκε;
- Μια απ' τα ίδια σα να λέμε ε;
- Είναι τρελό!!! Τα παλιά κόμματα, που λες κι εσύ, θέλουν να μας παράσχουν εξασφαλισμένο μέλλον αν και τα ίδια οδήγησαν τη χώρα στην  καταστροφή.  Τα νέα κόμματα που θέλουν  να μας σώσουν από την καταστροφή στηρίζονται σε φρασεολογία που χαϊδεύει αυτούς που θρέψανε τόσα χρόνια τα παλιά κόμματα και τους απελπισμένους.  Τα νούμερα αλλάζουνε, οι συσχετισμοί των κομμάτων τους, η διαχείριση της εξουσίας δηλαδή το μεγάλο φαγοπότι, αυτά τους καίνε, είναι στο DNA τους κι όχι η σύνθεση ενός νέου αξιακού κώδικα, η δημιουργία μιας νέας πολιτικής συνείδησης. Αν ήταν να πέσουν, ας έπεφταν όχι μόνο τα παλιά κόμματα μα να κατέρρεε όλο το σύστημα που τα εξέθρεψε  κι από τα συντρίμμια του θα ξεπηδούσαν οι υγιείς δυνάμεις.
Το Φτερό κοίταζε αποσβολωμένο το γερο- Διαμαντή. Στο τέλος χαμογέλασε:
-Πρώτη φορά σε βλέπω, γέρο, να τσαντίζεσαι...
- Γέρο να πεις ... έκανε να σηκωθεί ο γερο - Διαμαντής όμως το Φτερό βρισκόταν κιόλας στο κεντρικό κατάρτι.
-Εγώ την κάνω παππούλη...
-Πού πας, ακόμα δεν ήρθες. Όλη την ώρα πας κι έρχεσαι, δεν κάθεσαι και λίγο σε μια μεριά...
- Τι να κάνω, γέρο, είναι στη φύση μου! φώναξε γελώντας το Φτερό την ώρα που κατέβαινε από τη "Σκιά".
Ο γερο-Διαμαντής έβγαλε από την τσέπη την πίπα του, τη δάγκωσε κι ένα πλατύ χαμόγελο φώτισε το ρυτιδιασμένο του πρόσωπο καθώς έβλεπε το Φτερό να απομακρύνεται.







Σάββατο 23 Ιουνίου 2012

Η Γλαύκη, το μαραμπού, είπε:


Κρεμασμένοι πάνω στην πρύμνη είχαμε τεντωμένα τ’ αυτιά και καρφωμένα τα βλέμματα στη Γλαύκη που χόρευε ξιπόλητη στην κουβέρτα του πλοίου ανασηκώνοντας με τ’ ακροδάχτυλα το μακρύ λευκό της φόρεμα κάθε φορά που ετοιμαζόταν να κάνει μια πιρουέτα ή να στριφογυρίσει γύρω απ’ το μεσιανό κατάρτι. Συχνά διέκοπτε τα λόγια της ξεσπώντας σε γέλια και φτάνοντας ως το ακρόπρωρο επέστρεφε συνεχίζοντας την αφήγησή της. Με λυμένα τα μακριά μαλλιά της ν’ ανεμίζουνε και τη λεπτή σιλουέτα της να διαγράφεται κάτω απ’ το φως του φεγγαριού έμοιαζε με ξωτικό της νύχτας:

  «Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια οικογένεια βοσκών. Είχαν όλα τα πρόβατα τους μαζί σ’ ένα μαντρί. Τα τάιζαν, τα φρόντιζαν και τα βοσκούσαν.
Κάπου κάπου τα πρόβατα προσπαθούσαν να το σκάσουν.
Ερχόταν τότε ο πιο γέρος βοσκός και τους έλεγε :
“Α, πρόβατα ασυνείδητα και αλαζονικά, δεν ξέρετε ότι εκεί έξω ο κάμπος είναι γεμάτος κινδύνους; Μονάχα εδώ βρίσκετε άφθονο νερό, φαγητό και προπαντός, προστασία από τους λύκους.”
Γενικά, αυτό αρκούσε να φρενάρει τις τάσεις «ελευθερίας» των προβάτων.
Μια  μέρα  γεννήθηκε ένα διαφορετικό πρόβατο, ας πούμε πως ήταν ένα μαύρο πρόβατο. Είχε  επαναστατικές διαθέσεις και ξεσήκωνε τους συντρόφους του να το σκάσουν προς την ελευθερία των λιβαδιών.
Πύκνωσαν οι επισκέψεις του γέρου βοσκού που πάσχιζε να πείσει τα πρόβατα για τους εξωτερικούς κινδύνους. Ωστόσο τα πρόβατα ήταν ανήσυχα και κάθε φορά που τα έβγαζαν απ’ το μαντρί όλο και πιο δύσκολα τα μάζευαν.
Ώσπου μια νύχτα το μαύρο πρόβατο τα έπεισε και το έσκασαν.
Οι βοσκοί δεν αντιλήφθηκαν τίποτα ως το ξημέρωμα, όταν είδαν το μαντρί σπασμένο και άδειο.
Όλοι πήγαν να κλάψουν μαζί με το γέροντα, τον αρχηγό της οικογένειας.
«Έφυγαν, έφυγαν!»
«Τα κακόμοιρα…»
«Και η πείνα;»
«Και η δίψα;»
«Και ο λύκος;»
«Τι θ’ απογίνουν χωρίς εμάς;»
Ο γέροντας έβηξε, ρούφηξε την πίπα του και είπε:
«Αλήθεια, τι θ’ απογίνουν χωρίς εμάς; Και το χειρότερο είναι…»

…Τι θ’ απογίνουμε εμείς χωρίς αυτά;» **






Δευτέρα 28 Μαΐου 2012

ενάντια στη βία


-   Χαμός θα γίνει εκεί έξω. Ο κόσμος είναι εξοργισμένος. Να ξεφορτωθούμε τους δυνάστες φωνάζει. Ο κόσμος θέλει να τους σουτάρει… Ο Σπύρος, «το Φτερό» όπως είν’ το παρατσούκλι του λόγω του ότι είναι πολύ γρήγορος λες και βγάζει φτερά στα πόδια,  ακουγόταν ενθουσιασμένος. Είναι πιτσιρικάς και παθιάζεται εύκολα.
-   Χάος θα επικρατήσει και το χάος ξέρει και το διαχειρίζεται το σύστημα. Στο όνομά του καταργεί τις ελευθερίες του ανθρώπου. Το ’χω ζήσει….ξεκίνησε να λέει ο γερο Διαμαντής πριν τον διακόψει απότομα το Φτερό.
-    Ε, και τι; να κάτσει ο κόσμος με σταυρωμένα χέρια; Εσύ δηλαδή θέλεις να τα ξεπουλήσουμε όλα στους ξένους; Θέλεις να ’χουμε τους ίδιους  αρχηγούς μαριονέτες που μας οδήγησαν εδώ και να τους έχουν σήκω σήκω κάτσε κάτσε;
-     Όχι, απλά χρειάζεται χρόνος και πονηριά…
-          Εγώ λέω να πάνε όλοι στο διάολο…
-          Άκου λίγο…
-          Τι ν’ ακούσω; Είσαι με το μέρος τους;
Ο γερο Διαμαντής καθισμένος στην ίδια πάντα θέση, στη δεξιά μεριά της πρύμνης απ’ όπου συνήθιζε να ψαρεύει, κούνησε αποδοκιμαστικά το κεφάλι: «είδες πόσο εύκολα γεννιέται η διχόνοια και η καχυποψία στους ανθρώπους; Όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εχθρός μας. Όχι λοιπόν δεν είμαι μαζί τους! Άκου:
 
   Στο σπίτι του κ. ΄Εγκε, που είχε μάθει να λέει όχι, ήρθε μια μέρα τον καιρό της παρανομίας ένα πράκτορας και του παρουσίασε ένα χαρτί, που το είχαν εκδώσει αυτοί που εξουσίαζαν την πόλη. Το χαρτί έλεγε ότι στον πράκτορα αυτόν θ' ανήκε κάθε σπίτι όπου θα πατούσε το πόδι του, όπως και κάθε φαγητό που θα ζητούσε. Θα έπρεπε ακόμα να τον υπηρετεί και κάθε άνθρωπος που θ' αντάμωνε.
Ο πράκτορας κάθισε σε μια καρέκλα, ζήτησε φαγητό, πλύθηκε, πλάγιασε και προτού κοιμηθεί ρώτησε τον κ. Έγκε με το πρόσωπο στον τοίχο : «Θα με υπηρετείς;»
Ο κ. 'Εγκε τον σκέπασε με την κουβέρτα, έδιωξε τις μύγες, κάθισε δίπλα στο προσκεφάλι του, κι όπως εκείνη τη μέρα, τον υπάκουσε άλλα εφτά χρόνια. Ό, τι κι αν έκανε όμως για δαύτον, ένα πράγμα απέφυγε να κάνει: δεν του ’πε ποτέ μια λέξη. Σαν πέρασαν τα εφτά χρόνια κι ο πράκτορας χόντρυνε από το πολύ φαΐ, τον ύπνο και τις διαταγές, πέθανε. Ο κ. Έγκε τον τύλιξε τότε στην ξεφτισμένη κουβέρτα, τον έσυρε έξω από το σπίτι, έπλυνε το στρώμα, άσπρισε τους τοίχους, ανάσανε βαθιά κι αποκρίθηκε:«Όχι!!!»  

-  Και τι μου λες δηλαδή, κάγχασε το Φτερό, θα περιμένουμε εφτά χρόνια για να τους ξεφορτωθούμε; Μέχρι τότε θα μας τα έχουν πάρει όλα.
-   Δε θα ’χουν πάρει εμάς όμως. Πονηριά χρειάζεται όχι κουτοπονηριά του βολέματος, αλλά πονηριά, να τους ξεφορτωθείς χωρίς να σε αφανίσουν.
-       Προτιμώ να με αφανίσουν πολεμώντας τους παρά να περιμένω. Είναι πιο τίμιο…
-     Δεν παύει να είναι αφανισμός. Χτίσε το όραμα σου, βάλε το στόχο σου κι αν οι συνθήκες δεν  είναι με το μέρος σου κάνε το χρόνο να κυλάει για σένα, προς όφελος σου, διαμόρφωσε εσύ τις συνθήκες που θα εξυπηρετήσουν το σκοπό σου, κάνε το χρόνο σύμμαχο σου, γι’ αυτό και σου λέω πως χρειάζεται πονηριά.
Την ιστορία που σου είπα τη διηγήθηκε κάποιος κύριος Κόυνερ. Καθώς μιλούσε σε μιαν αίθουσα μπροστά σε πολύ κόσμο, ενάντια στη βία, είδε τους ανθρώπους γύρω του να οπισθοχωρούν και να φεύγουν. Γύρισε τότε κι αντίκρισε τη βία. «Τι έλεγες;» τον ρώτησε εκείνη. «Εγώ» αποκρίθηκε ο κύριος Κόυνερ «υποστήριζα τη βία». Σαν έφυγε η βία, οι μαθητές του κυρίου Κόυνερ τον ρώτησαν γιατί έσκυψε το κεφάλι. «Γιατί δεν έχω κεφάλι για σπάσιμο», αποκρίθηκε εκείνος. «Εξάλλου εγώ πρέπει να ζήσω περισσότερο από τη βία». ***
-    Στην ηλικία σου είναι αυτός ο Κόυνερ;
-    Όχι γέρος, αλλά μεγάλος…
-   Κατάλαβα κατάλαβα,τον διέκοψε απότομα το Φτερό. Να του πεις να ’ρθει να ψαρεύετε παρεούλα, να πίνετε το τσαγάκι σας και να περιμένετε 7 χρόνια μήπως πιάσετε κάνα ψάρι, κατέληξε θυμωμένος  την ώρα που έφευγε.
-   Τι έπαθε ο μικρός; φώναξα στο γερο Διαμαντή, καθώς βρισκόμουν κοντά στο πλωριό άλμπουρο, « τσαντισμένος μου φάνηκε.»
-   Νιάτα! Το αίμα βράζει, μου απάντησε φωναχτά κι εκείνος δολώνοντας τ’ αγκίστρια του.
-   Εσύ έβγαλες κάνα ψάρι σήμερα ή θα μείνουμε πάλι νηστικοί; Έκανα για να τον πειράξω.
-    Παρακάλα να βγάλω σήμερα, γιατί αλλιώς μας βλέπω να τρωγόμαστε αναμεταξύ μας!






Παρασκευή 25 Μαΐου 2012

παραμύθι...παραμύθι




Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα κοριτσάκι που το έλεγαν Κιτρινοσκουφίτσα.

- Όχι, Κοκκινοσκουφίτσα!

- Α, ναι, Κοκκινοσκουφίτσα. Λοιπόν, τη φωνάζει ο μπαμπάς της και...

- Μα όχι, όχι ο μπαμπάς της, ήταν η μαμά της.... 

Αλλά ας μην έρθουμε ακόμα στην αποδόμηση και στην αναδόμηση των παραμυθιών μέσα από το δημιουργικό παιχνίδι φαντασίας των παιδιών, στην παραλλαγή ή στην παρωδία, στην «ελεύθερη αναδημιουργία που πλάθει νέες ιστορίες ταιριαστές με το πνεύμα κάθε εποχής».

« Μια φορά κι έναν καιρό...» αλλά ας μην πάμε ακόμα τόσο πίσω. 


Ας γυρίσουμε στα παιδικά μας χρόνια τα ποτισμένα στο άρωμα της νοσταλγίας, με γεύση ονείρου και γέμιση φαντασίας. Ας θυμηθούμε τις νεράιδες και τα ξωτικά, τους πύργους και τα καλυβόσπιτα, τους γίγαντες και τους νάνους που έφτιαχναν κόσμους φανταστικούς αλλά και τις μάγισσες, τις κακές μητριές, τις δυσκολίες των ηρώων, τους κινδύνους που απορρέουν απ’ το κακό και που ξόρκιζαν η ζεστή αγκαλιά της μάνας, η γλυκιά φωνή του παππού και της γιαγιάς, η συναισθηματική σιγουριά κι ασφάλεια της οικογένειας πριν ακόμα επικρατήσει το καλό, πριν από το λυτρωτικό τέλος «και ζήσαν αυτοί καλά...» 
Λες και αυτή η πρώτη αφήγηση κρατά κάτι από τη δύναμη του αφηγηματικού λόγου που διατήρησε εκατοντάδες χρόνια τα μαγικά λαϊκά παραμύθια, αναλλοίωτα μέχρι την καταγραφή τους από τον Περώ και τους αδελφούς Γκριμ.

Αυτοί οι λαϊκοί άνθρωποι, οι αφηγητές, που αξιοποιούσαν τη δύναμη του λόγου, τις εκφραστικές δυνατότητες των χεριών, του προσώπου, του σώματος, προσαρμόζοντας το ύφος και αυξομειώνοντας το  ρυθμό της αφήγησης θέλοντας να εστιάσουν σε συγκεκριμένα σημεία της ιστορίας, κάνοντας τις λέξεις να χοροπηδάνε δίπλα στο αναμμένο τζάκι ολοζώντανες και που παρηγορούσαν για αιώνες τα παιδιά τις κρύες χειμωνιάτικες νύχτες ζεσταίνοντας τις ψυχές τους.

Τις νύχτες! Που οι φλόγες της φωτιάς στο τζάκι κάνουν τις σκιές να κινούνται, να ζωντανεύουν, που ο κάματος της μέρας έχει καταβάλει το σώμα, που οι αντιστάσεις τις λογικής υποχωρούν κι αρχίζει να ξεπηδά η φαντασία και το όνειρο.

Μια φορά κι έναν καιρό λοιπόν. Ο χρόνος είναι αβέβαιος, ένα αόριστο και μακρινό παρελθόν, οι ήρωες δε γερνούν ποτέ, οι αναφορές, οι διορίες,  τα χρόνια, ακόμα κι ο αιώνας, όλα κυλούν μέσα σε μια δυο φράσεις.

Ο τόπος είναι ανώνυμος, ένα φυσικό τοπίο συνήθως δίχως λεπτομερή περιγραφή. Μια απαραίτητη σκηνογραφία που υποδηλώνει ωστόσο  την πραγματικότητα που τη γέννησε κυρίως αγροτική κοινωνία στα χρόνια της φεουδαρχίας.

Οι ήρωες είναι ανώνυμοι ή παίρνουν το όνομά τους από κάποιο ένδυμα, ιδιότητα ή χαρακτηριστικό τους πχ. Κοντορεβυθούλης, Κοκκινοσκουφίτσα, Χιονάτη, Σταχτοπούτα κλπ. Συνυπάρχουν αβίαστα με νάνους, μάγους, ξωτικά, δράκους, ζώα που μιλάνε. Η δράση τους υπερβολική κι ο κόσμος υπερφυσικός. Κι όμως, οι ιστορίες, τα γεγονότα στα οποία παίρνουν μέρος αναδύονται μέσα από τις εμπειρίες και τα βιώματα των ανθρώπων που τα έπλασαν, είναι πρόσωπα που  κινούνται μέσα σε αναγνωρίσιμα κοινωνικά και οικογενειακά πλαίσια.

Έχουν σάρκα και οστά, έχουν προτερήματα κι ελαττώματα, είναι πλούσιοι ή φτωχοί, έξυπνοι ή κουτοί, όμορφοι ή άσχημοι, ευτυχούν, δυστυχούν, υποφέρουν, αγαπάνε, αποτυγχάνουν, νικάνε ωστόσο δε γίνονται ποτέ ολοκληρωμένοι χαρακτήρες αλλα παραμένουν σύμβολα κοινωνικά. Τελικά όπως αναφέρει η Marthe Robert « το ισχυρότερο όπλο του παραμυθιού είναι το δικαίωμα να ψεύδεται δίχως να προδίδει την αλήθεια.»
 

gustave doré
Το λαϊκό παραμύθι περιγράφει μια μετάβαση, το πέρασμα από την παιδική ηλικία στην ωριμότητα. Αυτή η μετάβαση απηχεί αρχέγονες εθιμοτυπικές τελετουργίες μύησης, επώδυνες δοκιμασίες μέχρι την τελική έκβαση, την ενηλικίωση. Το παιδί απομακρύνεται από την οικογένεια του, χάνεται μέσα στο δάσος, αντιμετωπίζει κινδύνους, στερήσεις βιώνει τη μοναξιά, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, νοσταλγεί το σπίτι, την παιδική του ηλικία, κλονίζεται ωστόσο θα τα ξεπεράσει όλα για να φτάσει στων ωριμότητα και να επιστρέψει πίσω αγνώριστος. Η ανωνυμία του, η έλλειψη ταυτότητας τον μετατρέπει σε σκιά μες στις φυλλωσιές του πυκνού δάσους της εφηβείας που αναζητά να βρει τον εαυτό του , το δρόμο του. Οι σοφοί γέροντες, οι καλοσυνάτες γριές οι καλές νεράιδες δεν είναι παρά οι θεματοφύλακες της παράδοσης και του τελετουργικού που προετοιμάζει το παιδί στη μετάβαση, στη μεταμόρφωση και στην ένταξη στην κοινωνία.

Τα πρόσωπα των παραμυθιών εμφανίζονται σαν καλοί ή κακοί χωρίς ενδιάμεσες αποχρώσεις υπηρετώντας το αρχετυπικό σχήμα των αντιθέσεων: καλό και κακό πνεύμα, Ζωή και θάνατος, φως και σκοτάδι.. Τέρατα, δυσπλασίες ντύνουν τους αρχαϊκούς φόβους  και τις παρορμήσεις που καβαλάει ο άνθρωπος στο συλλογικό ασυνείδητο.

Ο φόβος όμως μπροστά στο ανεξήγητο, η βαθύτερη υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου, η απορία και το δέος μπροστά στα μυστήρια της φύσης, το ξύπνημα της ερωτικής ορμής, οι κοινωνικές νόρμες και η ένταξη του ανθρώπου σε αυτές μέσα από μια διαδικασία μύησης, όλα αυτά δεν είναι κοινά σε όλους τους λαούς της γης; Αυτή η αρχέγονη αντίληψη για τα παραπάνω εξηγεί τα κοινά στοιχεία που εμφανίζονται στα παραμύθια και τους μύθους πολλών λαών του πλανήτη μας.

Πέρα ωστόσο από τη διαμόρφωση μιας οικουμενικής συνείδησης τα παραμύθια ακόμα και σήμερα δεν παύουν να προσφέρουν ένα πλούσιο ρεπερτόριο χαρακτήρων και πεπρωμένων όπου το παιδί βρίσκει ενδείξεις για την πραγματικότητα που ακόμα δε γνωρίζει, για το μέλλον που ακόμα δεν ξέρει να σκέφτεται.


                                                                                                         grigiors


βιβλιογραφία: 
  Τζάνι Ροντάρι Γραμματική της Φαντασίας
  περιοδικό Διαβάζω   Οι Παραμυθάδες
  εκδόσεις  Άγρα       Τα Παραμύθια των αδελφών Γκριμμ
  Ζορζ  Ζαν        Η δύναμη των παραμυθιών
  Γ. Παπαντωνάκης Εισαγωγή στην παιδική λογοτεχνία
  εικόνα:  Morgan Weistling